Πόσο ρετούς αντέχουμε;
Δεν έχω πρόβλημα με το ρετούς. Ούτε με το botox, ούτε με τις αισθητικές θεραπείες, ούτε με την πλαστική χειρουργική.
Αν ασχολείσαι με τη μόδα, όπως εγώ, οι άνθρωποι που σε γνωρίζουν θα σου κάνουν πάντα τα πιο αμήχανα ερωτήματα. Τι θα φορεθεί φέτος, αν θα είναι της μόδας το μαύρο, γιατί οι σχεδιαστές βγάζουν ρούχα που δεν φοριούνται στην πασαρέλα, γιατί τα μοντέλα είναι τόσο ψηλά και τόσο αδύνατα. Κι εγώ απολογούμαι, εξηγώ, ψυχαναλύω, δικαιολογώ, σα να είμαι υπεύθυνη για όλο αυτό το μεγάλο παραμύθι που λέγεται μόδα. Όμως αυτό ακριβώς είναι το παραμύθι. Όταν έχεις συνεργαστεί με περιοδικά, ξέρεις ότι το στοίχημα είναι να δημιουργήσεις μια χαρούμενη ψευδαίσθηση της πραγματικότητας, ένα ταξίδι αλλού, μέσα από εικόνες που είναι φτιαγμένες για να σε κάνουν να ονειρευτείς.
Γι’ αυτό και δεν θα πω ότι ξαφνιάστηκα όταν είδα τη Ρενέ Ζελβέγκερ, τη Σάρον Στόουν, την Γκουίνεθ Πάλτροου, την Κατρίν Ντενέβ ή την Ντέμι Μουρ να εμφανίζονται κατά καιρούς σε εξώφυλλα σαν η καλύτερη δυνατή εκδοχή του εαυτού τους. Έτσι λειτουργούσε πάντα το περιοδικό. Φωτογράφος, μακιγιάζ, μαλλιά, styling, φως, πόζα και στο τέλος ρετούς. Το θέμα είναι ότι κάποτε υπήρχε ένα όριο, έστω άτυπο. Σήμερα αυτό το όριο έχει μετακινηθεί τόσο πολύ, ώστε δεν ξέρεις πια αν βλέπεις έναν άνθρωπο που φωτογραφήθηκε ή μια εικόνα που κατασκευάστηκε γύρω από έναν άνθρωπο.
Θυμάμαι την εποχή που το Photoshop ήταν η μεγάλη συζήτηση. Μετά ήρθαν τα φίλτρα, τα social media, οι εφαρμογές που στενεύουν τη μέση, μεγαλώνουν τα μάτια, μικραίνουν τη μύτη και εξαφανίζουν κάθε ίχνος κούρασης. Και τώρα υπάρχει το AI, που μπορεί να κάνει κάτι ακόμη πιο παράξενο: όχι απλώς να διορθώσει μια φωτογραφία, αλλά να δημιουργήσει μια πραγματικότητα που δεν συνέβη ποτέ. Έτσι, αυτό που κάποτε ήταν προνόμιο ενός περιοδικού με μεγάλη παραγωγή έγινε υπόθεση ενός κινητού τηλεφώνου.
Η Nicole Kidman είναι ίσως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα παραδείγματα αυτή τη στιγμή. Η British Vogue την έχει παρουσιάσει μέσα στο 2026 με διαφορετικές εικόνες, ανάμεσα τους και εκείνη με τα φυσικά σγουρά μαλλιά της, ενώ η ίδια παραμένει μία από τις γυναίκες του κινηματογράφου που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε να μεταμορφώνονται από ρόλο σε ρόλο, από εξώφυλλο σε εξώφυλλο και από red carpet σε red carpet. Και δεν υπάρχει τίποτα περίεργο σε αυτό. Είναι η δουλειά της. Δεν περιμένουμε από μια ηθοποιό να εμφανίζεται πάντα ίδια. Ούτε από ένα περιοδικό να μας παραδώσει απλώς μια φωτογραφία ταυτότητας.
Το παράξενο αρχίζει όταν ξεχνάμε τη διαφορά ανάμεσα στην εικόνα και στην πραγματικότητα. Γιατί όταν βλέπεις μια σταρ σε ένα εξώφυλλο, ξέρεις ότι έχουν προηγηθεί ώρες δουλειάς. Όταν όμως τη βλέπεις μετά σε μια τυχαία φωτογραφία και αναρωτιέσαι αν είναι πράγματι η ίδια γυναίκα, τότε το πράγμα γίνεται κάπως αστείο. Η ματαιοδοξία δεν είναι σημερινή ανακάλυψη και δεν χρειάζεται να την αντιμετωπίζουμε σαν έγκλημα. Άλλωστε, η μόδα και η ομορφιά βασίζονται εδώ και δεκαετίες στην ιδέα ότι μπορούμε να αλλάξουμε κάτι πάνω μας και να αισθανθούμε διαφορετικά. Το ενδιαφέρον είναι μέχρι πού θέλουμε να φτάσουμε και ποιος αποφασίζει τελικά τι είναι «καλύτερο».
Γιατί άλλο είναι να θέλεις να δείχνεις καλύτερα και άλλο να μην αντέχεις να φαίνεσαι όπως είσαι. Κι αυτό έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία χρόνια. Δεν κοιτάμε πια μόνο τις celebrities και αναρωτιόμαστε πώς γίνεται να είναι τόσο όμορφες. Κοιτάμε τον εαυτό μας. Βγάζουμε μια φωτογραφία, τη διορθώνουμε, τη διορθώνουμε λίγο ακόμη και τελικά ανεβάζουμε μια εκδοχή μας που μπορεί να είναι πιο κοντά σε αυτό που θα θέλαμε να είμαστε παρά σε αυτό που είμαστε εκείνη τη στιγμή.
Και μετά, κάπως παράλογα, η πραγματική μας εικόνα αρχίζει να μας φαίνεται περίεργη. Έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ το λείο δέρμα, το τέλειο περίγραμμα και το πρόσωπο χωρίς καμία ατέλεια, ώστε το κανονικό πρόσωπο να μοιάζει σχεδόν ατημέλητο. Ίσως γι’ αυτό και οι φωτογραφίες των celebrities χωρίς μακιγιάζ, χωρίς φίλτρα, με ρυτίδες, κιλά ή σημάδια αποκτούν τόσο μεγάλη δημοσιότητα. Θέλουμε να επιβεβαιώσουμε ότι είναι άνθρωποι σαν κι εμάς. Και την ίδια στιγμή, όταν τους βλέπουμε τέλειους, θέλουμε να τους μοιάσουμε.
Αυτή η αντίφαση υπήρχε πάντα. Αυτό που έχει αλλάξει είναι η ταχύτητα και η ποσότητα των εικόνων. Παλιά ξεφύλλιζες ένα περιοδικό και ήξερες ότι ταξίδευες σε έναν κόσμο φτιαγμένο από ανθρώπους της μόδας. Σήμερα ανοίγεις το κινητό σου και βλέπεις εκατοντάδες τέτοιες εικόνες μέσα σε λίγα λεπτά, ενώ παράλληλα μπορείς να φτιάξεις και τη δική σου. Η απόσταση ανάμεσα στο περιοδικό και στην προσωπική μας ζωή σχεδόν εξαφανίστηκε.
Γι’ αυτό δεν νομίζω ότι χρειάζεται να δαιμονοποιήσουμε το ρετούς ή να κάνουμε πως η πλαστική δεν υπάρχει. Θα ήταν υποκριτικό. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι να ξέρουμε τι βλέπουμε. Να μπορούμε να απολαμβάνουμε μια όμορφη φωτογραφία χωρίς να τη χρησιμοποιούμε ως μέτρο σύγκρισης για τη δική μας ζωή. Να βλέπουμε τη Nicole Kidman στο εξώφυλλο και να καταλαβαίνουμε ότι βλέπουμε Nicole Kidman, αλλά και μια ολόκληρη ομάδα ανθρώπων που δημιούργησε αυτή την εικόνα. Και ότι πίσω από την πιο τέλεια εικόνα ενός ανθρώπου υπάρχει ένας πραγματικός άνθρωπος που κάποια στιγμή θα ξυπνήσει το πρωί, θα κοιταχτεί στον καθρέφτη και, ευτυχώς, δεν θα μοιάζει καθόλου με το εξώφυλλο του.


Πηνελόπη Παπανικολάου