Ο Alain Wertheimer, συνιδιοκτήτης του οίκου, της είπε ήρεμα: «Δεν θα είναι εύκολο». Μετά το επιδόρπιο υπέγραψε το χαρτί της αποχώρησης. Την επόμενη ημέρα τα πράγματα της είχαν ήδη συσκευαστεί και σταλεί στο σπίτι της. Τρεις εβδομάδες αργότερα, το όνομα της είχε εξαφανιστεί από την haute couture συλλογή. Ο οίκος Chanel είχε περάσει στο επόμενο κεφάλαιο. Εκείνη, σύμφωνα με την ίδια, είχε γίνει κάτι σαν υποσημείωση στην εξέλιξη του ιστορικού οίκου. Ποιος ήταν ο διάβολος που φορούσε Chanel αυτή τη φορά;

Θα πρέπει να διαβάσουμε το βιβλίο της για να έχουμε και την απάντηση. Τώρα, στα 64 της, η Virginie Viard αποφασίζει να μιλήσει. Όχι σε μια σειρά συνεντεύξεων, αλλά σε ένα βιβλίο 256 σελίδων, με τίτλο Un regard. Une vie chez Chanel, που κυκλοφόρησε ακριβώς πάνω στην Εβδομάδα Μόδας του Παρισιού. Είναι η δική της εκδοχή για τρεις δεκαετίες στη Rue Cambon, για την απότομη έξοδο και, κυρίως, για τον άνδρα που υπήρξε ταυτόχρονα μέντορας, συνεργάτης, αφεντικό και σκιά της: τον Karl Lagerfeld.

Η Βιρζινί Βιάρ βρέθηκε στη Chanel το 1986, σε ηλικία 24 ετών, και έμεινε εκεί σχεδόν αδιάκοπα μέχρι το 2024, με ένα διάλειμμα στον οίκο Chloé. Από βοηθός του Lagerfeld έγινε το δεξί του χέρι και τελικά η διάδοχος του, όταν εκείνος έφυγε από τη ζωή το 2019. Η ίδια περιγράφει τον εαυτό της ως τη γυναίκα που μετέφραζε τις ιδέες του για τα ατελιέ. Εκείνος είχε τα σκίτσα, τις αναφορές και το όραμα. Εκείνη ήξερε πώς να τα κάνει συλλογή.

Ο Καρλ Λάγκερφελντ είχε καταφέρει να γίνει ο ίδιος Chanel. Μαύρα γυαλιά, λευκός γιακάς, γάντια, ατάκες, φωτογραφίες, δημόσια εικόνα. Η Virginie Viard έκανε σχεδόν το αντίθετο. Απέφευγε τις συνεντεύξεις, δεν ενδιαφερόταν για τη δημοσιότητα και προτιμούσε να αφήνει τα ρούχα να μιλούν. Μόνο που στη σύγχρονη μόδα αυτό μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη στρατηγική. Η ίδια το αναγνωρίζει: «Όταν δεν μπορείς να εξηγήσεις αυτό που κάνεις, οι άλλοι θα το ορίσουν για σένα», έχει πει χαρακτηριστικά.

Το πιο οδυνηρό σημείο του βιβλίου έρχεται όταν η Virginie Viard διαβάζει μια αποτίμηση της ιστορίας της Chanel σε τρεις πράξεις: Gabrielle Chanel, Karl Lagerfeld και μετά Matthieu Blazy. Η δική της πενταετία ανάμεσά τους περιγράφεται ως «intermission» — το διάλειμμα ανάμεσα σε δύο σημαντικά έργα. Η λέξη την στοιχειώνει. Γιατί τι είναι μια γυναίκα που διοίκησε τη δημιουργική κατεύθυνση της Chanel για πέντε χρόνια, αν η ιστορία αποφασίζει εκ των υστέρων ότι απλώς κρατούσε τη θέση ζεστή;

Η συγγραφέας του βιβλίου δεν κρύβει ότι θέλει να ξαναγράψει αυτό το κεφάλαιο. Υπερασπίζεται τις συλλογές της, θυμάται με υπερηφάνεια το show στο Dakar το 2022 και παραδέχεται ταυτόχρονα ότι υπήρξαν αποτυχίες. Αναφέρεται μάλιστα ανοιχτά στο show της Μασσαλίας τον Μάιο του 2024, λίγο πριν την απομάκρυνση της.

Αλλά το βιβλίο δεν είναι τελικά μόνο για τη Chanel. Είναι για τον Καρλ Λάγκερφελντ. Η σχέση τους υπήρξε πολύ πιο περίπλοκη από το κλασικό αφήγημα του μεγάλου designer και της πιστής βοηθού. Η ίδια θυμάται τα ταξίδια, τα δώρα, τις παραξενιές του, τις εκρήξεις, τις ιεραρχίες και τις μικρές καθημερινές τελετουργίες. Θυμάται ακόμη ότι του ετοίμαζε τις μερίδες πρωτεΐνης όταν έχασε 42 κιλά μέσα σε δεκατρείς μήνες. Ο Karl Lagerfeld ήταν, όπως γράφει, ένας άνθρωπος που μπορούσε να της δώσει τα πάντα και ταυτόχρονα να μην είναι εκεί όταν τον χρειαζόταν.

Στο τέλος, η Virginie Viard γράφει μια επιστολή στον Karl Lagerfeld . Εκεί βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα εξομολόγηση ολόκληρου του βιβλίου. Δεν του συγχωρεί ακριβώς ότι την άφησε τόσο εξαρτημένη από τη δική του αναγνώριση. Γιατί, όπως γράφει, εκείνος ήταν ο μόνος που την «είδε πραγματικά». Και κάπως έτσι η ιστορία μιας γυναίκας που πέρασε 36 χρόνια χτίζοντας το αφήγημα Chanel καταλήγει να είναι η ιστορία μιας γυναίκας που ακόμη προσπαθεί να αποδείξει ότι υπήρξε κάτι περισσότερο από το δεξί χέρι ενός άνδρα. ‘Ενα βλέμμα. Μια ζωή. Μια σκιά. Με φως και μαργαριτάρια.