CD, LV, CC: Όταν τα αρχικά έγιναν δήλωση ζωής
Πώς όμως φτάσαμε από ένα διακριτικό σημάδι ιδιοκτησίας στο μονόγραμμα που έχει κυριεύσει την πασαρέλα, τις βιτρίνες, τη ντουλάπα μας, τη ζωή μας;
Όλα ξεκίνησαν από τα αρχικά ενός ονόματος κεντημένα σε ένα λευκό πουκάμισο. Σύντομα η ίδια φιλοσοφία πέρασε σε τσάντες, ετικέτες, αναπτήρες, ρολόγια, μενταγιόν. Ένα μπαούλο με ιστορία.
Mε την ήρεμη πολυτέλεια, νομίζαμε ότι είχαμε ηρεμήσει. Πως κανείς δεν ήθελε να θυμίζει κινητή διαφήμιση. Γιατί μετά την υπερβολή που κληρονομήσαμε από τη δεκαετία του ’80 και τα κύματα της υπερβολής με εκκωφαντικά Versace, Balenciaga, Balmain, επικρατούσε η αίσθηση ότι δεν είναι εποχή για να προκαλείς με τις επιλογές, τις αγορές, τις εμμονές με σύμβολα στάτους.
Διαβάστε ακόμα: Τι δεν κρύβεται πια μέσα στην τσάντα μας;
Η αισθητική του μονογράμματος όμως φαίνεται να έχει επιστρέψει και να παίρνει την μεγάλη της εκδίκηση. Ακόμη κι αν στην αρχή υπήρχε μια σχετική αμηχανία, γρήγορα ξεπεράστηκε. Για πολλούς, η λογική είναι απλή. Αν έχουν δώσει μια περιουσία για να αποκτήσουν μία μπλούζα, θέλουν και να το φωνάξουν.
Και κάπως έτσι, δεν βλέπουμε πια ολόκληρη την επωνυμία στον κόσμο της πολυτέλειας (αλλά κυρίως σε σπορ συλλογές και απομιμήσεις) αλλά κυρίως ένα συνειρμικό μονόγραμμα που έχει εξελιχθεί σχεδόν σε άσκηση προσωπικού branding. Aρκεί να περπατήσεις στην οδό Βουκουρεστίου ή να περιηγηθείς σε παγκόσμιες πλατφόρμες για να έχεις την απάντηση. CD (Christian Dior), LV (Louis Vuitton), CC (Coco Chanel), RL (Ralph Lauren), ο καθένας διαλέγει αυτό που θέλει να πει. Ακόμη κι αν υπήρχε μια εποχή που το μονόγραμμα διατηρατούσε χαμηλούς τόνους και το βλέπαμε κυρίως στη μανσέτα ενός ανδρικού πουκαμίσου, στη γωνία ενός μαντηλιού ή σε μια μαξιλαροθήκη με άρωμα από το παρελθόν, τώρα έχει έρθει για να τραβήξει την προσοχή, για να λειτουργήσει σαν κράχτης και συνώνυμο “καλής” ζωής.
Πώς ξεκίνησε όμως αυτή η ιστορία με τα μονογράμματα; Θα πρέπει να γυρίσουμε στη Γαλλία του 18ου και 19ου αιώνα, τότε που τα λινά στέλνονταν για να πλυθούν στους ίδιους σωρούς και έπρεπε να επιστρέψουν στα σωστά σπίτια χωρίς λάθη. Η πιο πρακτική λύση ήταν να προστεθούν τα αρχικά του ιδιοκτήτη, κεντημένα στο λινό με μικρά και προσεγμένα γράμματα, σε κόκκινη ή μπλε απόχρωση για να ξεχωρίζουν.
Στην Αμερική, το μονόγραμμα αποτέλεσε το συνώνυμο της κοινωνικής θέσης. Το αρχικό του επωνύμου “κυριαρχούσε” στη μέση του μονογράμματος. Έπρεπε να είναι μεγαλύτερο, να δεσπόζει, να είναι ο πρωταγωνιστής. Οι βασιλικές οικογένειες τηρούσαν το έθιμο με κάθε επισημότητα. Οι Άγγλοι προτιμούσαν τη διακριτικότητα. Θα χρησιμοποιούσαν ίσως ένα μόνο αρχικό, ίσως δύο, τοποθετημένα κάπου που δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά. Στο εσωτερικό της τσέπης του σακακιού, μέσα στο πορτοφόλι ή ακόμη και σε ένα δαχτυλίδι-σφραγίδα. Και φυσικά, εδώ δεν έχει να κάνει με την αποφυγή λαθών, αλλά με την κληρονομιά, την νοοτροπία ότι αυτό ήταν του προπάππου, αυτό ήταν πάντοτε δικό μου. Της οικογένειας μου.
Και πώς φτάνουμε στο σήμερα και στην υπερβολή; Σήμερα, δανειζόμαστε τα μονογράμματα των άλλων. Έχουν μεγαλώσει, πολλαπλασιαστεί και προστεθεί σε αντικείμενα που δεν θα μπορούσαμε καν να φανταστούμε. Αξεσουάρ με μονογράμματα σε συστήνουν πριν καν μιλήσεις. Οι καλλιτεχνικοί διευθυντές ιστορικών οίκων φαίνεται να ανησυχούν περισσότερο για το που θα βάλουν το μονόγραμμα, και πόσες φορές, παρά για το ντιζάιν της τσάντας.
Σκέφτομαι το εμβληματικό μονόγραμμα του οίκου Louis Vuitton ως διαχρονικό σύμβολο κύρους. Αποτελούμενο από το λογότυπο LV σε σχήμα σταυρού και τρία σύμβολα που θυμίζουν τριφύλλι, το μονόγραμμα σχεδιάστηκε από τον γιο του Louis Vuitton, τον Georges Vuitton, στις αρχές του 20ού αιώνα ως φόρος τιμής στον πατέρα του. Από τότε, το ίδιο σχέδιο έχει επανασχεδιαστεί από ταλαντούχους σχεδιαστές όπως ο Marc Jacobs, ο Nicolas Ghesquière, ο Virgil Abloh.
Όσο για το μονόγραμμα του οίκου Dior, γνωστό ως “Oblique”, δημιουργήθηκε από τον σχεδιαστή Marc Bohan το 1967 (είχα την τιμή να τον συναντήσω και να του πάρω συνέντευξη χρόνια πριν στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών) στη διάρκεια της θητείας του στον οίκο. Χρησιμοποιήθηκε ακόμα και για να διακοσμήσει το πάτωμα της μπουτίκ, όπως και τα αξεσουάρ του οίκου.
Η λίστα συνεχίζεται. Με το μονόγραμμα της Celine, αλλά και το «GG Supreme» του Gucci που έχει μια συναρπαστική ιστορία. Δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο Guccio Gucci πειραματίστηκε με τον καμβά λόγω των κυρώσεων. Από τον Loewe μέχρι τον Goyard και από τον Versace μέχρι την Tory Burch, αντί για απλή ταυτοποίηση, περάσαμε στην εκστρατεία προτύπων.
Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη οι υποστηρικτές της ήρεμης πολυτέλειας, που θεωρούν το μονόγραμμα πιο γοητευτικό όταν υπονοείται. Όταν το ανακαλύπτεις ανάγλυφο, με λευκή κλωστή, σε ένα καλοσιδερωμένο λευκό πουκάμισο. Μπορεί και χαμηλά στην αριστερή πλευρά, όπου χρειάζεται λίγη παρατηρητικότητα για να το δεις. Σε μία τσάντα Goyard που φτιάχτηκε μόνο για σένα. Στο ημερολόγιο, με διακριτικά αρχικά στο δερμάτινο εξώφυλλο. Και όσοι κατάλαβαν, κατάλαβαν.
Θεωρητικά, ένα μονόγραμμα σου λέει ακριβώς σε ποιον ανήκει κάτι. Δεν άλλαξε η λευκή κλωστή. Εμείς αλλάξαμε.
Photo credit: Chanel

Εμμανουέλα Μαθιουδάκη
Πηνελόπη Παπανικολάου