Kι αν δεν θέλω να είμαι smart;
Έχω αρχίσει να υποψιάζομαι ότι το μέλλον δεν είναι για μένα. Όχι επειδή φοβάμαι την τεχνητή νοημοσύνη, τα ρομπότ ή την ημέρα που οι μηχανές θα αποφασίσουν ότι δεν μας χρειάζονται πια...
Το δικό μου πρόβλημα είναι πολύ πιο απλό. Δεν έχω αποφασίσει ακόμη αν θέλω να φοράω πάνω μου έναν μικρό υπολογιστή που θα μου λέει πώς τα πήγα σήμερα. Δεν θέλω βαθμολογία. Δεν θέλω να ξέρω αν περπάτησα αρκετά, αν κοιμήθηκα σωστά, αν η καρδιά μου χτύπησε όσο έπρεπε, αν έκαψα τις θερμίδες που είχα προγραμματίσει, αν η χθεσινή μου βόλτα ήταν αρκετά σημαντική ώστε να καταχωρηθεί ως άσκηση. Θέλω απλώς να περπατάω. Και, αν γίνεται, θέλω να φοράω κάτι που δεν έχει Bluetooth.
Η μόδα υποτίθεται ότι μας βοηθά να εκφράσουμε ποιοι είμαστε. Τα wearable, αντίθετα, μοιάζουν να θέλουν να μας εξηγήσουν ποιοι είμαστε σύμφωνα με τα δεδομένα μας. Ένα δαχτυλίδι κάποτε ήταν ένα δαχτυλίδι, ένα ρολόι ήταν ένα ρολό και τα γυαλιά ήταν γυαλιά. Και σήμερα; Όλα πρέπει να είναι smart. Σίγουρα πιο “έξυπνα” από εμάς. Smartwatch, smart glasses, smart ring, smart home, smart τα πάντα.
Κι αν θέλω το ρολόι μου να δείχνει την ώρα, όχι να μου θυμίζει ότι δεν κινήθηκα αρκετά; Aν θέλω τα γυαλιά μου να με κολακεύουν, όχι να μπορούν να φωτογραφίζουν τον άνθρωπο απέναντί μου χωρίς να ξέρω αν φωτογραφίζεται; Γιατί τα περισσότερα wearable δεν είναι και ιδιαίτερα όμορφα. Όσο κι αν προσπαθούν να γίνουν λεπτότερα, πιο διακριτικά, υπάρχει κάτι βαθιά αντιαισθητικό στην ιδέα ενός αξεσουάρ που φωνάζει ότι έχει λειτουργίες. Η μόδα έχει περάσει δεκαετίες προσπαθώντας να κάνει την τεχνολογία αόρατη. Εμείς τώρα πληρώνουμε για να την κάνουμε ορατή και να την φοράμε ακόμη και στον ύπνο μας.
Ένα παλιό ρολόι μπορεί να έχει γρατζουνιές, να έχει σταματήσει, να έχει ιστορία. Ένα κόσμημα μπορεί να έχει φορεθεί από μια μητέρα, μια γιαγιά, μια γυναίκα που δεν γνωρίσαμε ποτέ. Ένα ζευγάρι γυαλιά μπορεί να θυμίζει μια δεκαετία, μια ταινία, ένα πρόσωπο, μια εποχή. Τι ιστορία θα αφήσει ένα smartwatch; «Εδώ κοιμήθηκα επτά ώρες και δεκαεπτά λεπτά».
Το χειρότερο είναι η σχέση που αποκτούμε μαζί τους. Γιατί στην αρχή φοράς ένα ρολόι για να σε βοηθήσει. Μετά αρχίζεις να το συμβουλεύεσαι. Ύστερα να το πιστεύεις. Και στο τέλος να το υπακούς. Έχω κοιτάξει κι εγώ αριθμούς που πριν από λίγα χρόνια δεν ήξερα καν ότι υπήρχαν. Έχω χαρεί με μια καλή μέτρηση και έχω ανησυχήσει με άλλες. Έχω δώσει σε έναν αλγόριθμο το δικαίωμα να μου χαλάσει τη διάθεση.
Και κάπου εκεί αρχίζουμε να αντιμετωπίζουμε το σώμα σαν project. Πόσα βήματα, πόσες θερμίδες, πόσο βαθύς ύπνος, πόσο στρες, πόσο καλά, πόσο λίγο. Ξαφνικά ο άνθρωπος έχει γίνει ένα excel με πόδια. Και το σώμα, αντί να το κατοικούμε, το διαχειριζόμαστε. Υπάρχει κάτι σχεδόν θλιβερό σε αυτή την εμμονή με τη βελτιστοποίηση. Σαν να μην επιτρέπεται πια να είμαστε απλώς κουρασμένοι, άυπνοι, αργοί, αφηρημένοι . Πρέπει όλα να έχουν εξήγηση, μέτρηση, στόχο και, κατά προτίμηση, μια πράσινη ένδειξη που να μας λέει ότι τα πήγαμε καλά.
Με τα έξυπνα γυαλιά τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο παράξενα. Τα γυαλιά ήταν κάποτε ένα από τα πιο προσωπικά αντικείμενα της εμφάνισης. Μπορούσαν να αλλάξουν ένα πρόσωπο, να δημιουργήσουν χαρακτήρα, να γίνουν σχεδόν η υπογραφή μας. Τώρα υπάρχει η πιθανότητα να κοιτάζεις κάποιον και να μην ξέρεις αν σε κοιτάζει ή αν σε καταγράφει.
Ζούμε ήδη μέσα σε οθόνες. Οθόνες στο αυτοκίνητο, στο αεροδρόμιο, στο εστιατόριο, στο σπίτι. Έχουμε έξυπνα ψυγεία, έξυπνες λάμπες, έξυπνες σκούπες, μόλις πρόσφατα και έξυπνες οδοντόβουρτσες με κάμερα.
Μπορεί να θέλω να μπορώ να βγω μια βόλτα χωρίς να μετρηθεί. Να φάω χωρίς να καταγραφεί. Να κοιμηθώ χωρίς σκορ. Να καθυστερήσω χωρίς να χρειαστεί να απολογηθώ σε μια εφαρμογή. Να κάνω κάτι που δεν έχει καμία χρησιμότητα, καμία επίδοση, κανένα αποτέλεσμα. Να φορέσω ένα παλιό ρολόι που απλώς έχει σταματήσει. Να βάλω ένα κόσμημα επειδή μου αρέσει.
Η πραγματική πολυτέλεια σήμερα είναι να κάνεις κάτι που δεν καταγράφεται, να κοιτάς χωρίς να φωτογραφίζεις, να περπατάς χωρίς να μετράς, να ζεις χωρίς να αξιολογείσαι. Και ναι, είναι ντεμοντέ. Αλλά ανάμεσα σε μια ζωή που μετριέται συνεχώς και μια ζωή που απλώς συμβαίνει, μπορούμε απλώς να απολαμβάνουμε την ελευθερία μας. Με μαύρα γυαλιά στο φως.


Πηνελόπη Παπανικολάου