Iστορίες θερινής νυχτός
Η ταινία, τις περισσότερες φορές, είναι το άλλοθι. Ειδικά τώρα που οι νέες ταινίες πρώτης προβολής αλλάζουν κάθε βδομάδα, (σαν σήμερα), κωμωδίες, θρίλερ, περιπέτειες, τίποτα που να μένει αρκετά στην μνήμη.
Υπάρχει ένα συγκεκριμένο είδος καλοκαιρινής βραδιάς στην Αθήνα που δεν ξεκινά με την ταινία, αλλά με μια ερώτηση: τι θα φορέσουμε; Όχι γιατί το σινεμά δεν έχει σημασία, αλλά γιατί η τελετουργία που το περιβάλλει έχει εδώ και καιρό ξεπεράσει την ίδια την προβολή. Το θερινό σινεμά δεν είναι πια απλώς ένας χώρος όπου βλέπεις ταινίες. Έγινε ένας πολυχώρος, μισό μπαρ, μισό εστιατόριο, μαζί με σημείο συνάντησης, όπου η λευκή οθόνη τρεμοπαίζει στο βάθος, ενώ το πραγματικό δράμα εκτυλίσσεται γύρω από μπίρες χωρίς αλκοόλ, νάτσος με ζεστό τυρί και τη σιωπηλή διαπραγμάτευση ενός αέρα που έρχεται αργοπορημένα.
Μπαίνεις χωρίς να τρελαίνεσαι για το είδος. Προτιμάς, ίσως, ένα σινεφίλ φιλμ ή μια αστυνομική ιστορία, αποφεύγεις το δράμα, αναζητάς ιστορικές ταινίες, ψάχνεις την αλήθεια σου.
Ακόμα και η μόδα με τα τραπεζάκια ανάμεσα στις καρέκλες, που ξεκίνησε χρόνια πριν, έχει πια εξελιχθεί. Κάθε ανοιχτή αίθουσα οφείλει να προσφέρει κάτι ξεχωριστό, διαφορετικό, για να κρατήσει το φανατικό της κοινό. Από καναπέ και γκουρμέ επιλογές μέχρι προτάσεις με ετικέτες που δεν συναντάς παντού.
Και μέσα σε όλο αυτό, έρχεται η ερώτηση της εμφάνισης. Στην Ελλάδα που ο καύσωνας του καλοκαιριού κάνει ακόμα και την ιδέα του ντυσίματος να μοιάζει με άθλο. Κι όμως, οι Αθηναίοι και οι Αθηναίες πλέον, όπως ακριβώς και οι Νεοϋορκέζοι που συνεχίζουν να κυκλοφορούν κομψοί στην 5η Λεωφόρο στη ζέστη, είτε πηγαίνουν στο κλιματιζόμενο γραφείο τους είτε κάθονται σε κάποιο πάρκο, έχουν βρει τους δικούς τους κανόνες.
Τους μοιράζονται χωρίς να τους λένε. Προτίμησε υφάσματα που αναπνέουν, λινά και βαμβακερά, τα ανοιχτά χρώματα είναι σύμμαχος σου, και ποτέ μην υποτιμάς ένα ζευγάρι άνετα παπούτσια. Ή ένα απλό λευκό μπλουζάκι. Ένα λευκό πουκάμισο. Μια μαρινιέρα. Ένα χρωματιστό πουλόβερ στους ώμους.
Οι άνθρωποι που το έχουν λύσει αυτό το πρόβλημα, το τι θα φορέσουν στο θερινό, μοιάζουν να ακολουθούν μια κοινή, άτυπη σοφία. Το λινό, καλό ή εξαιρετικό, είναι πάντα εκεί, ακόμα κι αν παραδόξως δεν το βλέπεις τόσο συχνά όσο θα περίμενες. Αντίθετα, το μαύρο εμφανίζεται πεισματικά, ακόμα και στους 35 βαθμούς Κελσίου, σαν μια δήλωση ότι η ζέστη δεν θα νικήσει την αισθητική.
Και έτσι, φτάνεις στο θερινό. Δεν έχει σημασία αν είναι το Pool your cinema στο Ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία (με Gilda και Rita Hayworth στην οθόνη), το Cine Ψυχικό στα βόρεια, η Δεξαμενή ή η Αίγλη στο κέντρο, το ανανεωμένο Cine Παρί στην Κυδαθηναίων. Ούτε έχει σημασία αν μιλάμε για τον Βύρωνα, τον Υμηττό, τη Γλυφάδα ή τη Σαρωνίδα, όπου ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει. Σημασία έχει ότι είσαι εκεί. Ανάλαφρος, δροσερός, περισσότερο προετοιμασμένος για την εμπειρία παρά για την ταινία. Κάθεσαι. Παραγγέλνεις. Η οθόνη ανάβει. Και για παραπάνω από δύο ώρες, η ζέστη, η πόλη και η ανάγκη να είσαι κάποιος άλλος, εξαφανίζονται. Μένει μόνο η νύχτα, οι φίλοι, κι εκείνο το αέρινο ύφασμα που τελικά διάλεξες να σε αγκαλιάζει. Και να σε προφυλάσσει. Σύντομα σε ένα θερινό κοντά σας. Mε την Rita Hayworth απόλυτη μούσα, τότε και τώρα.
Photo credit: Imdb
Πηνελόπη Παπανικολάου
Σάντυ Τσαντάκη