Μια μελωδία που γνωρίζεις χρόνια, ένα κομμάτι που έχεις ακούσει δεκάδες φορές, ξαφνικά αποκτά άλλη σημασία. Κάποια στιγμή το ακούς διαφορετικά. Σαν να γράφτηκε μόλις για σένα. Μια μελωδία του Jobim, οι στίχοι του No More Blues, και ξαφνικά όλα μοιάζουν πιο καθαρά. Δεν ακούς απλώς ένα τραγούδι. Ακούς μια επιθυμία: να τελειώσει η περιπλάνηση, να επιστρέψεις εκεί όπου ανήκεις, να ξαναβρείς κάτι που ίσως δεν έχασες ποτέ.

No more blues. Όχι άλλη μελαγχολία. Όχι άλλο μαύρο χρώμα. Ή εκείνο το βαθύ μπλε που μοιάζει σχεδόν μαύρο. Όχι άλλη μόνιμη διάθεση παραίτησης, εκείνη την εύκολη απάντηση που έχει γίνει σχεδόν αυτόματη.

— Πώς είσαι;
— Χάλια.

— Πώς είναι τα μαλλιά μου;
— Χάλια.

— Σου αρέσει αυτό που φοράω;
— Χάλια.

Σαν να έχουμε ξεχάσει ότι υπάρχει και άλλη επιλογή. Ότι μπορούμε κάποιες φορές να αποφασίσουμε πως η μέρα δεν θα ξεκινήσει με μια αρνητική σκέψη. Αυτός είναι ο μήνας που αλλάζουν όλα. Ή τουλάχιστον όσα μπορούμε να αλλάξουμε. Λίγο χρώμα παραπάνω. Λίγο περισσότερο φως. Ένα βλέμμα στραμμένο προς τον ήλιο αντί προς τη σκιά.

Θέλουμε δυνατά γέλια. Φωτεινά πρόσωπα. Εκείνη την υπερβολή της χαράς που ίσως μοιάζει λίγο παιδική, αλλά είναι ακριβώς αυτό που χρειαζόμαστε. Όχι γιατί δεν υπάρχουν δύσκολες στιγμές. Υπάρχουν. Όχι γιατί πρέπει να προσποιούμαστε πως όλα είναι τέλεια. Δεν είναι. Αλλά γιατί η απαισιοδοξία έχει γίνει πολύ εύκολη. Η μιζέρια έχει γίνει συνήθεια. Το να πέφτεις μαζί με όλους μοιάζει πολλές φορές πιο απλό από το να αντισταθείς.

Και ίσως η μικρή επανάσταση της εποχής μας να είναι αυτή: να επιλέγουμε τη χαρά. Όχι τη χαρά που αρνείται την πραγματικότητα. Τη χαρά που τη διασχίζει. Λίγη αγάπη. Ναι, ακούγεται σαν κλισέ. Αλλά ίσως τα πιο παλιά κλισέ επιβιώνουν επειδή έχουν κάτι αληθινό μέσα τους.

Οι φίλοι που μας θυμίζουν ποιοι είμαστε. Η μουσική δυνατά, τόσο ώστε να γεμίζει το σπίτι. Μια βόλτα με το αυτοκίνητο με όλα τα παράθυρα ανοιχτά, χωρίς προορισμό. Οι αγαπημένες γεύσεις χωρίς ενοχές. Ένα καινούργιο σχέδιο. Μια ιδέα που ξαφνικά επιστρέφει. Ένα μικρό κλαδί γιασεμιού από τον δρόμο. Μια μυρωδιά άνοιξης μέσα στο φθινόπωρο. Μια προσπάθεια να κρατήσουμε λίγο ακόμη το καλοκαίρι.

Και μετά ένα μήνυμα από έναν άνθρωπο που εμφανίστηκε σχεδόν από το πουθενά: «Σε ξέρω λίγο αλλά σε αγαπώ ήδη. Μου δίνεις φτερά. Ελπίζω κι εγώ να κάνω το ίδιο για σένα κάποια στιγμή».

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν χρειάζονται χρόνια για να αφήσουν αποτύπωμα. Μπαίνουν στη ζωή μας και μας θυμίζουν πως υπάρχει ακόμη χώρος για τρυφερότητα, για εμπιστοσύνη, για μια απρόσμενη χαρά. «Σε αγαπώ ήδη». Πριν προλάβεις να με αγαπήσεις.

Ίσως αυτό να είναι τελικά το νόημα του No More Blues. Όχι να μην αισθανθούμε ποτέ λύπη. Αυτό δεν γίνεται. Αλλά να μην αφήσουμε τη λύπη να γίνει ολόκληρη η ιστορία μας. Να ανοίξουμε λίγο χώρο για το φως. Και, έστω για λίγο, να πούμε: No more blues.