Κουτύρ made in Greece
Ας μεταφερθούμε στην εποχή που οι γυναίκες σπάνια φορούσαν μία δημιουργία υψηλής ραπτικής πάνω από μια φορά, ξεχνώντας ότι κάθε φόρεμα κοστίζει μια μικρή περιουσία.
Πρωινό ραντεβού στο σαλόνι του αγαπημένου τους σχεδιαστή. Ο σoφέρ παραμονεύει για οποιαδήποτε αλλαγή στο πρόγραμμα. Από την πρώτη κιόλας πρόβα, οι κυρίες δεν θα πρέπει να λησμονήσουν τις ψηλοτάκουνες βραδινές γόβες και τα κοσμήματα που θα φορέσουν με το φόρεμα των ονείρων τους, συχνά ακόμη και το άρωμα που έχουν προνοήσει να προμηθευτούν, φυσικά από το Παρίσι, για την μεγάλη βραδιά. Τις περισσότερες φορές δεν είναι μόνες αφού συνοδεύονται ακόμη και από την προσωπική τους κομμώτρια για να συμφωνήσουν από κοινού για το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Ο καλύτερος φίλος όμως κάθε κυρίας εφοπλιστή, βιομηχάνου, πολιτικού, καθηγητή πανεπιστημίου, γιατρού, νεόπλουτου, υπήρξε ανέκαθεν ένας κουτυριέ. Ελληνική υψηλή ραπτική… Γεννήθηκε στα μεγαλοαστικά σαλόνια με μοντέλα φτιαγμένα ειδικά για τις λίγες και εκλεκτές. Κάθε φόρεμα ήταν μοναδικό, ήταν απαραίτητο να είναι μοναδικό αφού κανένα δεν θα έπρεπε να έχει ταίρι, για να αποφευχθεί το μοιραίο: να εμφανιστούν δυο κυρίες στην ίδια εκδήλωση με το ίδιο ρούχο. Όχι ότι δεν συνέβαινε αλλά καλό ήταν να αποφευχθούν τα θερμά επεισόδια.
Και να σκεφτεί κανείς ότι στη χρυσή εποχή της ελληνικής κουτύρ, τα πάντα γινόντουσαν στο χέρι, από επιδέξια, μαγικά χέρια για να φιλοξενηθούν αργότερα σε σόου δυο φορές τον χρόνο, άλλοτε σε σαλόνια και άλλοτε σε κεντρικά ξενοδοχεία. Τα μοντέλα μπορεί να ξεπερνούσαν τα 100, πρωταγωνιστώντας σε μια υπερπαραγωγή, χωρίς μουσική υπόκρουση και ανούσια εφέ. Το χειροκρότημα αποζημίωνε κάθε προσπάθεια, εντός κι εκτός πασαρέλας.
Τότε και τώρα. Η μόδα ήταν για πολύ λίγους στη δεκαετία του ́20 και του ́30. Οι ελληνικοί ραπτικοί οίκοι πήγαιναν στο Παρίσι, παρακολουθούσαν τις συλλογές της υψηλής ραπτικής στα κλεφτά, καμιά φορά αγόραζαν επισήμως και κάποια μοντέλα, αλλά με αντίτιμο ακριβό μια και οι γαλλικοί οίκοι γνώριζαν ότι θα αντιγραφούν στη συνέχεια. Αμέσως μετά αγόραζαν τα υφάσματα και ετοίμαζαν τα ρούχα κατά παραγγελία. Κάπως έτσι ξετυλίγεται και το παραμύθι της ελληνικής μόδας… Και το χάπι-έντ;
Πρέπει να φτάσουμε στη δεκαετία του ’70 για να μιλήσουμε πια αυστηρά για υψηλή ραπτική με όλους τους κανόνες που επιβάλει ο νόμος της μουσελίνας και του αποκλειστικού πατρόν, αν και ήδη από το 1950 αρχίζουν να φαίνονται οι πρώτοι λαμπεροί οίκοι. Και από το ’80 μέχρι σήμερα μπορούμε πλέον να συναντήσουμε την ελληνική μόδα, χωρίς ενοχές, παντού.
Στο χθες. Τότε που υπήρχαν οι λίγοι. Ελάχιστοι αλλά άξιοι. Κουτύρ made in Greece. Να θυμηθούμε την ξεχωριστή ποιότητα ραφής οίκων, όπως της Παπαστεφάνου, της Τσαμαδού, του Μαυρόπουλου, του οίκου Ευαγγελίδη-Κουρτίδη, του οίκου Ζωρζέτ, του Γεωργαντά, της Τσοπανέλλη αλλά και ονόματα όπως Σολωμονίδου, αδελφές Στάντζου και Παπαϊωάννου, Τσούχλος, Αγάθη Αντονι, Πηνελόπη Χατζοπούλου…
Σχεδιαστές, μοδίστρες, καλλιτέχνες, copistes, ταξίδευαν στο Παρίσι δυο φορές τον χρόνο για να παρακολουθήσουν τις επιδείξεις κουτύρ στα μυθικά σαλόνια, να αγοράσουν πατρόν, να παραγγείλουν υφάσματα. Οι αντιγραφές των μοντέλων και η προσαρμογή τους στους αποδέκτες ήταν το μοναδικό ζητούμενο για εκείνη την εποχή.
Το 1960 αρχίζουν και οι πρώτες αποσπασματικές επιθετικές παρουσίες με πρωταγωνιστές τον Γιάννη Τσεκλένη αλλά και τον Nτίμη Κρίτσα. Κατανοώντας τη σημασία του pret-a-porter, την ανάγκη να βγουν και κάποια ελληνικά ονόματά στο διεθνή χώρο, σχεδιάζουν από κοινού τις πρώτες συλλογές, ο Τσεκλένης τα υφάσματα και ο Κρίτσας τα ρούχα, με το σκεπτικό ότι «αν θέλουμε να βγούμε στις διεθνείς αγορές αντιγράφοντας, δεν θα πάμε πουθενά, απαιτείται 100% originality», όπως έλεγε πάντοτε ο «βασιλιάς των εμπριμέ».
«Ενας χρυσός Ελληνας σηκώνει ψηλά την Ολυμπιακή φλόγα», έγραφαν οι ξένες εφημερίδες για τον Γιάννη Τσεκλένη. «Tseklenis-Greeks’ word in fashion», «Tseklenis puts Greece on the map». Ο Γιάννης Τσεκλένης εισέβαλε επιθετικά στην Αμερική και έφυγε νικητής, δημιουργώντας μια βιομηχανία παραγωγής ενδυμάτων με εκτεταμένο δίκτυο πωλήσεων, showroom σε τέσσερις χωρες ενώ έφτασε στο σημείο να πουλάει σε 2300 καταστήματα παγκοσμίως. Είναι τότε που η Washington Post έγραφε: «Η Ελλάδα είναι της μόδας». και οι LA Times: «1970, ο νέος χρυσούς αιώνας για την Ελλάδα».
Κύματα, ελληνικά αγγεία, εραλδικά σύμβολα, βυζαντινά χειρόγραφα, βουντού, έντομα, τσάροι, καρτούν, ξυλόγλυπτα, ο Paul Poiret, πίνακες του Ελ Γκρέκο, μωσαϊκά της Πέλλας, η Αρπαγή της Περσεφόνης, αφρικάνικες εικόνες, τίγρεις και πάνθηρες αποτυπώνονται όλα στο έργο του, με την Έφη Μελά αγαπημένη μούσα του…
Η ελληνική μόδα «μεταφραζόταν» εκείνα τα χρόνια και σε μυθικά ονόματα όπως Jean Desses, James Galanos, Γιάννης Ευαγγελίδης, Γιώργος Σταυρόπουλος. «Άρχισαν να συνειδητοποιούν και στο εξωτερικό ότι υπάρχουν Ελληνες που σχεδιάζουν μόδα», θυμάμαι να μου αφηγείται ο Γιάννης Τσεκλένης. «Στην αρχή της δεκαετίας του ́’70, δημιουργείται ένας πυρήνας σχεδιαστών στην Ελλάδα και γίνεται η πρώτη εκδήλωση μόδας με θεατές τους opinion leaders της μόδας παγκοσμίως.»
Η δεκαετία ’80 αναδεικνύει μεγάλα ταλέντα, ανάμεσα τους τον Βασίλη Κουρκουμέλη, τον ταλαντούχο Billy Bo που «έφυγε» τόσο νωρίς. Να μην ξεχάσουμε όμως και τις άλλες πολύτιμες υπογραφές, σχεδιαστών που ακροβατούσαν διαρκώς ανάμεσα στην υψηλή ραπτική και το έτοιμο ένδυμα: Κώστας Μαυρόπουλος, Γιάννης Τσοπανέλλης, Φιλήμων, Φώφη Βασιλειάδου, Λούης Γεράρδος, Μιχάλης Βελουδάκης, Αργύρης και Εύα Κάλμπαρη, Σούλα Μώρου, Ρούλα Στάθη, Γιάννης Γαλάτης, Νίκος-Τάκης…
Ο Γιάννης Βούρος, από τους λίγους που έζησαν την ελληνική μόδα σχεδόν στη γέννηση της, ντύνοντας αληθινές σταρ για τη ζωή, το θέατρο, τον κινηματογράφο, υπηρετώντας πάντα το σενάριο. Έλλη Λαμπέτη, Αλίκη Βουγιουκλάκη, Κατίνα Παξινού, Τζάκι Κένεντι-Ωνάση.
Και αργότερα Μιχάλης Ασλάνης, Κώστας Φαλιάκος, Χρήστος Μαϊλης, Άννα Κατραμάτου, Δημήτρης Παρθένης, Dozia, Λουκία, Μάρα Μαρτίνι, Μιχάλης Πολατώφ. Το ’80 είναι μία χρυσή δεκαετία για τη μόδα στην Ελλάδα με νέους πρωταθλητές, όπως είναι ο Χάρης&Αγγελος, η Ναταλία Χατζή, ο Βασίλειος Κωστέτσος, η Μάγια Τσόκλη, ο Yan Anton, ο Μάρκελλος Νύκτας, ο Γιώργος Ελευθεριάδης, ο Παύλος Κυριακίδης. Και οι Deux Hommes, ο Μάκης Τσέλιος, η Λιάνα Καμπά, η Δάφνη Βαλέντε, ο Χρήστος Βελουδάκης, η Σήλια Κρηθαριώτη, ο Νικόλας Μαυρόπουλος.
Ο Βασίλης Ζούλιας, ο Χρήστος Κωσταρέλλος, ο Δημήτρης Ντάσσιος, η Ορσαλία Παρθένη, ο Λάκης Γαβαλάς, ο Στέλιος Κουδουνάρης, η Αφροδίτη Χερά, η Ιωάννα Κουρμπέλα, ο Βρεττός Βρεττάκος, ο Σωτήρης Γεωργίου, ο Άγγελος Τσακίρης, ο Μάρκελλος Πολυδώρου, η Ειρήνη Καββάδα… Η νέα και η παλιά φρουρά. Η συνέχεια.
Φωτεινό παράδειγμα η Σοφία Κοκοσαλάκη. Μια Ελληνίδα πολιτογραφημένη Αγγλίδα που αν και δεν σχεδίασε haute couture στο Παρίσι, πρωταγωνίστησε στο παγκόσμιο πρετ-α-πορτέ, προτείνοντας και παράγοντας τάσεις. Μία σχεδιάστρια που τίμησε την καταγωγή της χωρίς να την προδώσει ποτέ. Και η Mary Katrantzou, σε σόλο καριέρα εντός και εκτός συνόρων.
Η ελληνική υψηλή ραπτική δεν μπορεί να ζυγιστεί μέσα από τις υπογραφές της. Γιατί ονόματα υπήρξαν πολλά. Λίγα όμως παρέμειναν για να απολαύσουν τον απόηχο της πασαρέλας, μαζί και το χειροκρότημα. Η αναγνώριση άργησε έναν αιώνα…

Πηνελόπη Παπανικολάου