Η καλοσύνη θα σώσει τον κόσμο
Κάποτε λέγαμε πως η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο. Ομορφύναμε, αλλά χαΐρι δεν είδαμε. Μένει η καλοσύνη. Όχι από καλοσύνη, αλλά από ανάγκη. Ως η μόνη επιλογή αντίστασης σε έναν κόσμο που μοιάζει χαμένος από χέρι.
Την πρώτη φορά συνέβη τυχαία, στην παραλιακή. Πήγαινα στη δουλειά και βιαζόμουν. Και για καφέ να πήγαινα, πάλι θα βιαζόμουν. Και πουθενά να μην πήγαινα, πάλι θα ξανά μανά βιαζόμουν. Το «βιάζομαι» έχει γίνει ένα με την ύπαρξή μου, πετώντας στο περιθώριο οτιδήποτε ουσιαστικό, μικρό ή μεγάλο. Κοιτάζοντας τη φιδίσια ουρά των αυτοκινήτων να σέρνεται ανυπόμονα σε μια κάθετο, σήκωσα το πόδι από το γκάζι και άνοιξα χώρο να περάσουν μπροστά μου δυο τρία, το ένα πίσω από το άλλο. Οι οδηγοί τους μου χαμογέλασαν, ένας από αυτούς έβαλε και το χέρι στην καρδιά, σινιάλο σιωπηλής ευχαριστίας. Η καλή μου πράξη συνοδεύτηκε από μια μούντζα από τον πισινό, ένα «τι κάνεις μωρή;» από τον διπλανό και άπειρα κορναρίσματα από παντού. Αυτό δεν ήταν παράξενο.
Διαβάστε ακόμα: Ο από τύχη ζωντανός 19χρονος εαυτός μου
Το παράξενο ήταν ότι μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου τα αυτοκίνητα που άφησα να μπουν χάθηκαν από μπροστά μου, κι εγώ συνέχισα κανονικά, με την ίδια ταχύτητα, στην ίδια πορεία. Την επομένη έκανα το ίδιο. Και τη μεθεπόμενη. Για μια ολόκληρη εβδομάδα, σχεδόν σαν από στοίχημα, κάθε φορά που έδινα προτεραιότητα σε κάποιον που αγκομαχούσε να βγει, μόλις περνούσε, εξαφανιζόταν, κι ύστερα ο δρόμος άνοιγε ξανά μπροστά μου. Κατά έναν περίεργο τρόπο, δεν με καθυστερούσε. Δεν με κρατούσε πίσω. Λες και όλο αυτό συνέβαινε μόνο και μόνο για να καταλάβω πως αρκεί μια στάλα καλοσύνης για να ανοίξουν οι δρόμοι. Ίσως και οι ουρανοί.
Κάπως έτσι αποφάσισα να γίνω καλή. Μέρα με τη μέρα, ακόμη και τις κακές. Άνθρωπο με τον άνθρωπο, ακόμη και με τους κακιασμένους. Δεν το σκέφτηκα. Δεν το μέτρησα. Δεν το ζύγισα, ούτε το ανέλυσα. Δεν είπα «κάν’ το για να ξεχωρίσεις», για να πουν «βρε, τι καλό κορίτσι είναι αυτό». Συνέβη αντανακλαστικά. Σαν ανάσα που απεγνωσμένα προσπαθείς να πάρεις όταν σου στερούν το οξυγόνο. Σαν κραυγή που σκαλώνει στον λαιμό καθώς παλεύεις να βγεις από έναν εφιάλτη. Σαν βήμα που επιταχύνει μπροστά στην απειλή. Σαν εκείνο το λεπτό που σηκώνεσαι και φεύγεις από κάπου χωρίς να χαιρετήσεις, χωρίς να εξηγήσεις. Αρκεί που ασφυκτιάς. Όχι. Δεν είχα καμία συνειδητή πρόθεση να γίνω καλή. Είχα κάτι πιο δυνατό. Μια βαθιά ανάγκη να μη γίνω σαν ό,τι και όσους με πνίγουν. Και είναι πολλά. Και είναι πολλοί.
Στις μέρες μας είναι πολύ εύκολο να γίνεις κακός. Σχεδόν δεν χρειάζεται προσπάθεια. Λες και κυκλοφορεί στον αέρα ένας ιός που μεταδίδεται με το βλέμμα και εξαπλώνεται στους δρόμους, τις δουλειές, τις ουρές, τα σχολεία, τις πλατείες, τις οθόνες και τα σχόλια, σε κάθε μικρή καθημερινή επαφή που ξεκινά και τελειώνει με ένα «καλημέρα», πότε αναπάντητο και πότε κατσουφιασμένο, συνώνυμο του «κακή, στραβή κι ανάποδη».
Λίγοι χαμογελούν. Ελάχιστοι βοηθούν. Μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού συμπονούν. Οι περισσότεροι καραδοκούν στη γωνία για να αυτοϊκανοποιηθούν με το πρόβλημα, τη δυστυχία και, ω της αγαλλίασης, την κατάρρευση του άλλου. Εύχονται να πεθάνει ο τάδε επειδή είναι αριστερός και να ψοφήσει ο δείνα επειδή είναι δεξιός. Πετούν κατάρες σε γονείς και παιδιά. Επικρίνουν τη νεολαία για τα πάντα. Ξερνούν φαρμάκι σε κάθε επιτυχία. Χαμογελούν σε κηδείες. Χειροκροτούν σε θανάτους. Ζητωκραυγάζουν σε καταστροφές. Αποθεώνουν τη βία. Υποκλίνονται στην εκδίκηση. Φοβερίζουν, απειλούν, τρομοκρατούν.
Δεν ξέρω τι σόι κρίση, οικονομική, ψυχολογική ή νοητική, ξέβρασε τόσο μίσος και τόση κακία, από πού πηγάζει αυτός ο καταρράκτης που ξέπλυνε από τα πρόσωπα πολλών το χρυσωμένο τους χαμόγελο και έκανε μαύρη κι άραχνη τη «χρυσή» τους την καρδιά. Το μόνο που ξέρω είναι ότι ο ιός της κακίας βρίσκει όλο και περισσότερο έδαφος. Στην πίεση. Στην εξάντληση. Στην ανάγκη να προλάβεις, να χωρέσεις, να μη μείνεις πίσω. Και σιγά σιγά σε παίρνει μαζί του. Σε ρουφάει στη χαβούζα του. Σε μαθαίνει να σφίγγεσαι, να απαντάς απότομα, να κρατάς όλο και λίγο παραπάνω για σένα και όλο και λίγο λιγότερο για τον άλλον. Και κυρίως σε κάνει να ξεχνάς. Ότι απέναντί σου δεν είναι εμπόδιο. Είναι άνθρωπος.
Άνθρωποι θα πρέπει να ξαναμάθουμε να ξαναγίνουμε με μικρές, σχεδόν αδιόρατες αποκλίσεις από το αναμενόμενο, κι όλα τα άλλα θα τα βρούμε. Να ξεντυθούμε την καχυποψία. Να ξαναφορέσουμε εκείνη τη γεμάτη αθωότητα εκδοχή μας. Να ξεβαλικέψουμε από το άλογο μιας διαρκούς επίθεσης που δεν μας κάνει νικητές αλλά γαϊδούρια ξεσάλωτα. Να μαλακώσουμε λίγο το μέσα μας. Να αφήσουμε μια κουβέντα να πέσει κάτω. Να αγγίξουμε τον δίπλα με έναν καλό λόγο, με ένα «μπράβο», με ένα «βρε πώς ομόρφυνες έτσι». Να μη γελάμε με τις καφρίλες. Να μην απαντάμε στο μίσος. Να μην ονομάζουμε την παραφροσύνη «νεύρα». Τις επιθέσεις «κακιά στιγμή». Τον αλληλοσπαραγμό «έτσι είναι η ράτσα μας». Να χαλαρώσουμε, κι ας την πατήσουμε. Να γλυκάνουμε, κι ας πικραθούμε. Κι αν δεν ξέρουμε από πού να ξεκινήσουμε, ας αρχίσουμε από το ελάχιστο. Από εκείνο το ανεπαίσθητο σήκωμα του ποδιού από το γκάζι που ανοίγει χώρο σε κάποιον να περάσει. Για να συνεχίσουμε. Άλλοι και αλλιώς…
Photo credit: Longchamp
Πηνελόπη Παπανικολάου
Σάντυ Τσαντάκη
Λέγκω Μιχαλοπούλου